Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα grand mal. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα grand mal. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 8 Φεβρουαρίου 2013

A New Mechanism To Improve AED Availability In The Brain


In order to protect against seizures, anti-epileptic drugs (AEDs) must pass from the bloodstream into the brain. However, unlike many other organs, the brain is protected against chemicals in the blood by a complex structure known as the blood-brain barrier (BBB). AEDs rely on a variety of mechanisms to help them cross the BBB, not all of which are understood.
The cells of the BBB have a range of different pumps, which permit the passage of important nutrients (such as glucose) into the brain, but prevent the entry of harmful toxins. There is now evidence that some of these pumps can also transport AEDs.
The most widely-studied BBB pump is known as P-glycoprotein (Pgp), and one of its roles appears to be the movement of certain AEDs out of the brain, to prevent their concentrations from becoming too high. In some cases, however, this outward movement means that insufficient AED is available in the brain for it to function effectively. Researchers in North Carolina have recently discovered a way to potentially overcome this hurdle. This has implications, not only for the treatment of epilepsy, but for other disorders of the central nervous system.
Using advanced microscopy in rodent models, the group succeeded in mapping an inflammatory signalling pathway that abolished Pgp transport activity, without affecting BBB function in any other way.  They found that an important element of this pathway was a receptor known as sphingosine-1-phosphate receptor 1 (S1PR1), and that in brain capillaries, sphingosine-1-phosphate (S1P) (a potent signalling molecule) acted via S1PR1 to rapidly decrease Pgp transport activity. They also noted that this effect was completely reversible, i.e. when the S1P was removed, Pgp transport activity returned to normal.
The scientists explored these findings further by treating models with a drug called fingolimod, which is very similar in structure to S1P, and examining the effects on Pgp. Again, they found that Pgp transport activity was reversibly reduced.
In the final stage of their study, the team wanted to ensure that a reduction in Pgp transport activity did, in fact, lead to an increase in brain drug concentration. To do this, they selected three Pgp-transported drugs and attached a radioactive label to them, so that they could be tracked within the brain using microscopy. They took another group of models and pre-treated half with either fingolimod or S1P, and a short time later treated them all with one of the radio-labelled drugs. The half that was not pre-treated served as controls.
By quantifying the radio-labelling in the animals’ brains shortly after drug treatment, the researchers were able to compare whether the levels were higher in the fingolimod/S1P-treated or control groups. For each of the drugs, it was clear that brain levels were significantly increased in the fingolimod/S1P-treated models.
These findings suggest that compounds that mimic S1P could potentially enable some people respond to AEDs that they otherwise would not, thus helping to tackle the problem of AED resistance. If they are confirmed in further studies, taking a drug such as fingolimod alongside an AED may become option; however additional drugs bring an increased risk of unpleasant side-effects. The team’s next project will be to find out precisely how S1P reduces Pgp activity, as this is not clear. With this knowledge, it may be possible to develop drugs, including AEDs, which incorporate this action. We look forward to reading the outcomes of this and further studies.


πηγή  http://www.epilepsyresearch.org.uk/

Παρασκευή 25 Μαρτίου 2011

Τι είναι η επιληψία;


Η επιληψία προκαλείται από χημική ή δομική διαταραχή στον εγκέφαλο.

Αν θεωρήσουμε τον εγκέφαλο μας σαν το βιολογικό ισοδύναμο ενός ηλεκτρονικού υπολογιστή: Μέσα σ' αυτόν μικροσκοπικά κύτταρα- τα αποκαλούμενα νευρώνες - συνδέονται μεταξύ τους και επικοινωνούν με μικρούς ηλεκτρονικούς "παλμούς".
Μερικές φορές, παρατηρείται μια αφύσικη έκρηξη ηλεκτρικής δραστηριότητας στον εγκέφαλο. Όταν συμβαίνει κάτι τέτοιο, τότε το άτομο καταλαμβάνεται από κρίση. Οι κρίσεις είναι μόνο προσωρινές καταστάσεις.
Δυνητικά, οποιοσδήποτε μπορεί να καταληφθεί από μία τέτοια κρίση, αλλά οι περισσότεροι άνθρωποι είναι πολύ υψηλής ανθεκτικότητας στις κρίσεις.
Όταν ένα άτομο έχει μικρή αντίσταση και οι κρίσεις επαναλαμβάνονται, τότε λέμε ότι αυτό το άτομο πάσχει από επιληψία.
Tα είδη της επιληψίας
Υπάρχουν περισσότερα από 20 διαφορετικά είδη και μορφές κρίσεων.
Εμπίπτουν, όμως, σε δύο κύριες κατηγορίες:
Στις Γενικευμένες Κρίσεις, δηλαδή αυτές που σχετίζονται με το μεγαλύτερο τμήμα ή ολόκληρο τον εγκέφαλο και στις Μερικές ή Εστιακές Κρίσεις, στις οποίες συμμετέχει ένα μόνο μέρος του εγκεφάλου.
Οι Γενικευμένες Κρίσεις περιλαμβάνουν:
Τονικοκλονικές Κρίσεις ή Κρίσεις Μείζονος Επιληψίας (grand mal)
Αυτές είναι το είδος των κρίσεων που οι περισσότεροι θεωρούν ως επιληψία. Συνίστανται σε μία σειρά σπασμών, όπου το σώμα του ατόμου γίνεται άκαμπτο και στη συνέχεια ακολουθούν τινάγματα των άκρων. Γενικά, οι κρίσεις αυτές διαρκούν δύο ή τρία λεπτά, στη διάρκεια των οποίων το άτομο χάνει τις αισθήσεις του.
Στη συνέχεια, τα τινάγματα λιγοστεύουν και το άτομο ξαναβρίσκει τις αισθήσεις του, αν και μπορεί να είναι σε σύγχυση ή να νιώθει κουρασμένο και για αρκετή ώρα μετά.
Αφαιρέσεις ή ελάσσων επιληψία (petit mal)
Αυτό το είδος επιληψίας είναι σπάνιο στους ενήλικες. Στην περίπτωση αυτή, το άτομο έχει "διαλείψεις" συνείδησης που συνήθως συνοδεύονται από αφηρημένο κενό βλέμμα και στροφή των βολβών του ματιού. Αυτές οι κρίσεις διαρκούν λίγα μόνο δευτερόλεπτα.
Οι εστιακές κρίσεις περιλαμβάνουν:
Σύνθετες Εστιακές Κρίσεις (Ψυχοκινητικός ή Κροταφικός Λοβός)
Αυτές προκαλούνται από μια ηλεκτρική διαταραχή σε ένα μόνο μέρος του εγκεφάλου. Το τμήμα του εγκεφάλου που προσβάλλεται, καθορίζει τις επιπτώσεις στη συμπεριφορά του ατόμου. Οι συγκεκριμένες κρίσεις μπορούν να διαρκέσουν δύο έως πέντε λεπτά και χαρακτηρίζονται από ανάρμοστη ή απρόσφορη συμπεριφορά, ενώ συχνά συνοδεύονται και από προσωρινή απώλεια μνήμης.
Δεν είναι ασυνήθιστο φαινόμενο ένα άτομο να παρουσιάζει περισσότερες από μία μορφές κρίσεων.
Πόσο συχνή είναι η επιληψία;
Οποιοσδήποτε μπορεί να παρουσιάσει επιληψία. Η επιληψία δεν κληρονομείται. Μπορεί να εμφανισθεί στη γέννηση ή αργότερα στη μετέπειτα ζωή ενός ανθρώπου. Μπορεί να είναι το αποτέλεσμα για το παιδί προβλημάτων υγείας που είχε η μητέρα κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της, επιπλοκών στον τοκετό, μπορεί να προέλθει από τραύματα στο κεφάλι, από ορισμένες δηλητηριώδεις ουσίες, από εγκεφαλικές φλεγμονές και περιστασιακά από όγκους ή από αποπληξία (αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια). Τις περισσότερες φορές όμως, οι κρίσεις αυτές συμβαίνουν για λόγους που δεν μπορούμε καθόλου να εντοπίσουμε.
Οποιαδήποτε και αν είναι η αιτία, υπολογίζεται ότι περίπου ο ένας στους εκατό ανθρώπους έχει τη μία ή την άλλη μορφή επιληψίας, ενώ παγκοσμίως περίπου 50 εκατομμύρια άνθρωποι πάσχουν απ' αυτήν.
Ποια είναι η διάγνωση της;
Με την πρώτη υποψία της επιληψίας θα πρέπει κανείς να συμβουλευθεί τον γιατρό του. Περισσότερο από το 80% των επιληπτικών μπορούν να επιτύχουν πλήρη ή μερικό έλεγχο των κρίσεων με φάρμακα, εφ' όσον γίνει σωστή διάγνωση. Επίσης, αν η επιληψία εμφανισθεί στην ενηλικίωση, συχνά είναι σημάδι κάποιας άλλης λανθάνουσας ασθένειας, η οποία μπορεί επίσης να θεραπευθεί.
Κάτι που κανείς θα πρέπει να λάβει υπ' όψιν του είναι ότι ο γιατρός είναι απίθανο να είναι μάρτυρας σε μία τέτοια κρίση. Μπορεί να βοηθηθεί λοιπόν πάρα πολύ αν του περιγραφεί επακριβώς η κρίση και τα χαρακτηριστικά της από κάποιον που ήταν παρών όταν συνέβη.
Από ποια αίτια μπορούν να προκαλούνται οι συγκεκριμένες κρίσεις βοηθούν να καταλάβουμε δύο είδη τεστ:
το ηλεκτροεγκεφαλογράφημα και η αξονική τομογραφία.
Το ηλεκτροεγκεφαλογράφημα δείχνει την ηλεκτροφυσιολογική δραστηριότητα του εγκεφάλου την οποιαδήποτε δεδομένη στιγμή. Μπορεί να δείχνει μία μη φυσιολογική δραστηριότητα του τύπου που συνήθως συναντάται στην επιληψία και μπορεί να δείξει ποιο τμήμα του εγκεφάλου δεν λειτουργεί φυσιολογικά.
Το άλλο τεστ που μπορεί να ζητήσει ο γιατρός είναι η αξονική τομογραφία, που δίνει πληροφορίες για τη δομή του εγκεφάλου.
Θεραπευτική αγωγή της επιληψίας
Ο σκοπός της αντιεπιληπτικής αγωγής είναι να σταματήσει ή να ελαχιστοποιήσει τον αριθμό των κρίσεων έχοντας τις λιγότερες δυνατές ανεπιθύμητες ενέργειες.
Υπάρχει μία πληθώρα αντιεπιληπτικών φαρμάκων από την οποία ο ειδικός μπορεί να επιλέξει ανάλογα με:
- τον τύπο των κρίσεων
- την αποτελεσματικότητα της αγωγής
- την ηλικία και το τρόπο ζωής του ασθενή
- τις ανεπιθύμητες ενέργειες της αγωγής
- την πιθανότητα του φαρμάκου για αλληλεπιδράσεις με άλλα συγχορηγούμενα φάρμακα
- την ευκολία στη χρήση που το φάρμακο παρέχει
Επιληψία και ζωή
Δεδομένου ότι η επιληψία ελέγχεται σε μεγάλο βαθμό με τα φάρμακα, η ζωή του ασθενούς δεν επηρεάζεται σημαντικά.
Σε ό,τι αφορά την απασχόληση, ορισμένα επαγγέλματα και ορισμένα εργασιακά περιβάλλοντα, όπως για παράδειγμα η απασχόληση σε βαριά μηχανήματα, παρουσιάζουν πράγματι κίνδυνο. Υπάρχει όμως ένα τεράστιο φάσμα εργασιακών συνθηκών όπου η επιληψία δε δημιουργεί καθόλου πρόβλημα ή σε ελάχιστο βαθμό.
Η επιληψία δεν πρέπει να επηρεάζει τα ενδιαφέροντα των ατόμων όσον αφορά τον αθλητισμό και τη σωματική άσκηση.
Μπορεί κανείς να ασχοληθεί με τα περισσότερα αθλήματα, εκτός από αυτά όπου η επιληψία θα μπορούσε να επηρεάσει σοβαρά την ασφάλεια του ή την ασφάλεια των γύρω του.
Οι επιληπτικές κρίσεις μπορούν να συμβούν λόγω έλλειψης ύπνου. Πρέπει ο τακτικός ύπνος να γίνει ουσιώδες τμήμα της καθημερινής ζωής του ασθενή.
Προσοχή χρειάζεται με το αλκοόλ, γιατί μπορεί να αλληλεπιδράσει με τα φάρμακα που παίρνει κανείς. Επιπλέον, υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ μπορεί να προκαλέσει σπασμούς. Τα τεστ δείχνουν ότι το 20% των αλκοολικών ανδρών και το 10% των αλκοολικών γυναικών πάνω από τα 25, εμφανίζουν "μεγάλους" σπασμούς, συνήθως 12 με 48 ώρες μετά την διακοπή του αλκοόλ.
Η επιληψία δεν εμποδίζει στο να φέρει κανείς στον κόσμο φυσιολογικά και υγιή παιδιά. Αν προγραμματίζετε εγκυμοσύνη, μιλήστε πρώτα στο γιατρό σας, δεδομένου ότι μπορεί να χρειάζεται να γίνουν ορισμένες αναπροσαρμογές στα φάρμακά σας ώστε να ελαχιστοποιήσετε κάθε κίνδυνο για το έμβρυο. Μην αλλάξετε τα φάρμακά σας, εκτός αν αυτές είναι οι οδηγίες του γιατρού σας.